ENGLISH

ENGLISH

Αναζήτηση

Είσοδος

Είσοδος


Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Το υποτιμημένο σενάριο και η κρίση του “ανεξάρτητου κινηματογράφου”

Στη φωτό ο Angus Finney






Aπό τον Γιάννη Μαρούδα


 


Η εμπορική κρίση στον ελληνικό Κινηματογράφο τείνει να πάρει μόνιμα χαρακτηριστικά τις τελευταίες δεκαετίες. Αντίστοιχα, και παρά τα χρηματοδοτικά προγράμματα της ΕΕ, η ευρωπαϊκή ταινία παραμένει “αταξίδευτη”, συνήθως χωρίς διανομή έξω από τα σύνορα της κάθε χώρας μέλους, ενώ η ευρωπαϊκή αγορά εξακολουθεί να κυριαρχείται από το Χόλιγουντ.


Πολλά τα αίτια της ηγεμονίας των μεγάλων αμερικανικών στούντιο και της ολιγοπώλησης της παγκόσμιας κινηματογραφικής αγοράς από αυτά. Λόγοι ιστορικοί πολιτιστικοί και γλωσσικοί εξηγούν μέχρι ενός σημείου το φαινόμενο. Από εκεί και πέρα, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει την ήδη δεσπόζουσα θέση του Χόλιγουντ στον διεθνή ανταγωνισμό, την αξιοποίηση των οικονομιών κλίμακας από τους πανίσχυρους ομίλους και την κάθετη (βλ. έλεγχος από την παραγωγή μέχρι τη διανομή αλλά και, συχνά, των πλατφορμών εκμετάλλευσης) και οριζόντια ολοκλήρωση (βλ. ανάπτυξη σε διαφορετικές συγγενείς αγορές και καταναλωτές) που παρουσιάζουν. Αντίθετα, ο λεγόμενος “ανεξάρτητος κινηματογράφος” (δηλ. όλος ουσιαστικά ο εκτός Χόλιγουντ) παρουσιάζεται “βραδύκαυστος”, κερματισμένος σε ένα ευρύ δίκτυο συντελεστών διαφορετικών συμφερόντων μέσα στην αλυσίδα παραγωγής – κατανάλωσης και, φυσικά, ανίσχυρος σε κεφάλαια παραγωγής και μάρκετινγκ.


 


Ωστόσο, ακόμα πιο σημαντικό ίσως είναι το πρόβλημα της αποσύνδεσης του “ανεξάρτητου κινηματογράφου”, και ιδίως του ευρωπαϊκού που μας ενδιαφέρει εδώ, από το ίδιο το κοινό και τις ανάγκες του. Αντικαθιστώντας συχνά το τελευταίο με την έννοια της “αγοράς” -έννοια πολύ πιο ενοχλητική κι ‘απάνθρωπη’- πολλοί θεωρητικοί και δημιουργοί έχουν άθελά τους οδηγήσει τον ευρωπαϊκή παραγωγή σε οικονομικό αδιέξοδο ενώ έχουν στρέψει το μεγάλο κοινό στο Χόλιγουντ, την τηλεόραση ή τις λιγότερο απαιτητικές εθνικές ταινίες, που καλούντται να καλύψουν το προκληθέν χάσμα. Σε κάθε περίπτωση, το να κρύβει κανείς ένα πρόβλημα δεν βοηθά στη λύση του και ο ναρκισισμός της θεωρίας του ‘auteur’, στην καταχρηστική εκδοχή της, έχει ως κόστος την ανάγκη στήριξης από τους φορολογούμενους ενός προϊόντος που συχνά οι ίδιες οι κοινωνίες νιώθουν ως ξένο, άχρηστο ή και ανεπιθύμητο.


 


Μέσα στα παραπάνω, λίγο-πολύ γνωστά, πλαίσια τοποθετείται και μια πρόσφατη έκθεση του Angus Finney[i], H αναδιάρθρωση της αλυσίδας αξίας στην παγκόσμια κινηματογραφική αγορά (“Value Chain Restructuring in the Global Film Industry”) που παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 2010 στο 4ο ετήσιο συνέδριο στην Σχολή Μάνατζμεντ της Γκρενόμπλ, με θέμα την πολιτιστική παραγωγή σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Η σύμπτωση κάποιων θέσεων του ερευνητή με πάγιες θέσεις και διεκδικήσεις της Ένωσης Σεναριογράφων είναι σημαντική. Κατά τον Finney, η υποτίμηση της φάσης του development, στρατηγικά και οικονομικά, καθώς και η περιθωριοποίηση του συγγραφέα-σεναριογράφου στην αλυσίδα αξίας [value chain] ευθύνονται καθοριστικά


για την αναποτελεσματικότητα της ανεξάρτητης ευρωπαϊκής ταινίας, σε σχέση με την αντίστοιχη χολιγουντιανή.


 


Όπως λέμε από παλιά εδώ στην ΕΣΕ, χωρίς καλά επεξεργασμένο σενάριο και κόνσεπτ, και χωρίς ικανούς, δίκαια αμοιβόμενους και υπεύθυνους για το έργο τους δημιουργούς, το αποτέλεσμα θα είναι αδύναμες και μη λειτουργικές ταινίες, ανήμπορες συνήθως να συναντήσουν τις ανάγκες του κοινού, και, κατ’ επέκταση, να συστήσουν μια εύρρωστη εθνική ή ευρωπαϊκή κινηματογραφία. ΄Η αλλιώς, αν δεν πέσει βάρος, οικονομικά και στρατηγικά, στη φάση της ανάπτυξης [development], με ικανοποιητικά αμοιβόμενους σεναριογράφους και επιμελητές σεναρίου, πολύ δύσκολα θα παραχθούν ταινίες ολοκληρωμένες και ελκυστικές στο κοινό –ανεξαρτήτως του είδους, του ύφους ή της γλώσσας τους.


 


Προς επίρρωση των παραπάνω μεταφράζουμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα της έκθεσης του Finney:


 


“(…) Το μοντέλο του “δημιουργού” [auteur] –μοντέλο με επικεφαλής τον καλλιτέχνη (συχνά στη μορφή του σεναριογράφου/σκηνοθέτη/παραγωγού)- έχει επιφέρει μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ κοινού και ταινιών απ’ ότι το μοντέλο του εμπορικού παραγωγού [market-driven producer].


 


H Ευρώπη έχει υποτιμήσει το στάδιο της ανάπτυξης [development] τόσο στρατηγικά όσο και οικονομικά. Στις ΗΠΑ περίπου το 7% των συνολικών εσόδων του οπτικοακουστικού, καθώς και μέχρι το 10% του προϋπολογισμού κάθε ταινίας επενδύονται στο development. Αντίθετα, η Ευρώπη τείνει να επενεδύει πολύ μικρότερα ποσά, μεταξύ 1% και 2%. (σ. 8)


 


(…) [Στην ευρωπαϊκή κινηματογραφία] η επιμέλεια σεναρίου, η [ενεργός] συμμετοχή του παραγωγού στο development καθώς και η επιλογή συνεργατών όπως ο σκηνοθέτης, οι καλλιτεχνικοί συντελεστές κ.ά. για να σχηματιστεί ένα ‘πακέτο’ με οικονομική αξία, όλα τα παραπάνω υποτιμώνται και συχνά υλοποιούνται με τον πιο πρόχειρο τρόπο. Ένα μέρος του ευρωπαϊκού προβλήματος πηγάζει από μια κρατούσα εκδοχή της θεωρίας του ‘auteur’, σύμφωνα με την οποία οι σκηνοθέτες απολαμβάνουν τη μεγαλύτερη ισχύ στην κινηματογραφική διαδικασία. Τα ιδιωτικά κεφάλαια δύσκολα προσελκύονται [στην παραγωγή]. Το ρίσκο που περιλαμβάνει κάθε διαδικασία ανάπτυξης μιας κινηματογραφικής ταινίας είναι εξαιρετικά υψηλό, κι έτσι οι ό,ποιες ιδιωτικές επενδύσεις επενδύουν λίγα περιμένοντας πολλά σε αντάλλαγμα. Η έρευνα έχει δείξει τις αδυναμίες σε κρίσιμα σημεία της κινηματογραφικής αλυσίδας αξίας. Οι σεναριογράφοι, ειδικότερα, συνήθως παραμένουν απομονωμένοι και αποκομμένοι από τις κύριες αρτηρίες της αλυσίδας παραγωγής και αξίας. Και πιο συγκεκριμένα, στην Ευρώπη δεν αφιερώνεται ο απαραίτητος χρόνος για την ανάπτυξη [development] και την προετοιμασία μιας ταινίας.


 


Η καθυστέρηση στις πληρωμές των παραγωγών, συχνά έχει ως συνέπεια οι ταινίες να σπρώχνονται όπως-όπως στην παραγωγή, με υπο-αναπτυγμένα σενάρια και ατελή ‘πακέτα’ καλλιτεχνικών συντελεστών. (…) Αυτό είναι ένα εγγενώς ασταθές επιχειρηματικό μοντέλο και παρά την αξιοσημείωτη δημόσια παρέμβαση μέσω των κρατικών επιχορηγήσεων, η μεγάλη πλειονότητα της βιομηχανίας παραμένει μη βιώσιμη με εμπορικά κριτήρια». (σ. 9)


 



 


Η πλήρης έκθεση στα Αγγλικά: http://ec.europa.eu/culture/media/programme/docs/public_cons_media2010/44.pdf


 






[i] Ο Angus Finney διδάσκει στο CASS Business School του Λονδίνου, είναι διευθυντής στο Film London Production Finance Market και συγγραφέας βιβλίων σχετικών με τα Οικονομικά του Κινηματογράφου (The International Film Business - A Market Guide Beyond Hollywood, Routledge, 2010)