ShareThis

"Το 2025, το σινεμά κι εσύ" του Δημήτρη Κολιοδήμου [freecinema.gr]

Πήγες περισσότερες φορές σινεμά το 2025; Ποιες ταινίες προτίμησες; Πόσες διανεμήθηκαν; Και άλλες χρήσιμες (θετικές ή αρνητικές) παρατηρήσεις για τη χρονιά που μας πέρασε, την ελληνική κινηματογραφική αγορά και τις σχέσεις σου μαζί της.


Μία αναπάντεχη, ευχάριστη, πολύ ευχάριστη έκπληξη: δύο ελληνικές παραγωγές στις δύο πρώτες θέσεις της φετινής ταμειακής αποτίμησης και μία τρίτη στην έκτη. Η οποία, εάν είχε κάνει πρεμιέρα μία εβδομάδα νωρίτερα, θα βρισκόταν στην κορυφή, στο βάθρο κι αυτή των εμπορικότερων ταινιών της χρονιάς, υποβιβάζοντας τις άλλες δύο κατά μία θέση! Μακάρι αυτό να αποδειχθεί και ευοίωνο για το μέλλον του κινηματογράφου μας, αν και προσωπικά διατηρώ πλήθος επιφυλάξεων.

Είναι αλήθεια ότι περίμενα πως το «Υπάρχω», με τα 443.441 εισιτήριά του μέσα στο 2025 (συνολικά 860.617), θα βρισκόταν στην πρώτη θέση για το 2025 – από τα τέλη Ιανουαρίου, όταν πια είχε πιάσει τα 817.708 εισιτήρια, είχε βάλει σοβαρή υποψηφιότητα γι’ αυτήν, αν δεν την είχε ήδη κλείσει. Επίτευγμα σημαντικό και καθόλου μα καθόλου αμελητέο.

Όπως όλοι συζητούσαμε για την ενδεχόμενη επιτυχία της βιογραφικής ταινίας «Καποδίστριας» (φωτό) (216.715 εισιτήρια την πρώτη εβδομάδα προβολής της, μαζί και τελευταία του 2025), βάσει δύο δεδομένων: α) το ότι οι δύο προηγούμενες αντίστοιχες ταινίες του Γιάννη Σμαραγδή είχαν ξεπεράσει κατά πολύ τις διακόσιες χιλιάδες εισιτήρια, μολονότι από το «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι» (317.153) στον «Καζαντζάκη» (232.851) υπήρχε μία σημαντική απώλεια και, β) το ότι η Tanweer, η εταιρεία διανομής της, είχε στο ενεργητικό της αρκετές πρόσφατες εμπορικές επιτυχίες. Αυτό που κανένας δεν περίμενε ήταν ότι (από το πουθενά) θα ερχόταν μία ακόμη ελληνική ταινία να σαρώσει σε εισιτήρια!

«Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων», που βρίσκονται στη δεύτερη θέση, είναι η ελληνική εκδοχή ενός ξενόφερτου παραμυθιού, γραμμένου σχεδόν δύο αιώνες πριν (το 1843), από έναν Βρετανό συγγραφέα (τον Τσαρλς Ντίκενς). Να ήταν ο δόκιμος εξελληνισμός αυτού του μύθου, η ένθεση του θρησκευτικού στοιχείου, οι πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών, η φροντισμένη παραγωγή, το ότι το κοινό θέλει ν’ ακούσει την ελληνική γλώσσα στην οθόνη; Να ήταν ένας συνδυασμός αυτών ή και όλα αυτά μαζί που λειτούργησαν υπέρ της ταινίας και της χάρισαν το… αργυρό βραβείο του κοινού; Όπως και να ‘χει, η ουσία είναι μία: η ταινία πραγματοποίησε 393.253 εισιτήρια σε τέσσερις εβδομάδες – και η προβολή της συνεχίστηκε επιτυχώς και τις πρώτες εβδομάδες του 2026.

Στην 3η θέση συναντούμε την πρώτη ξενόγλωσση ταινία της χρονιάς, η οποία δεν είναι μία ταινία κινουμένων σχεδίων και η οποία πραγματοποίησε τα 274.893 εισιτήριά της κυρίως λόγω… της μεταγλώττισής της στην ελληνική γλώσσα! Πρόκειται για το «Λίλο & Στιτς», εκδοχή με ηθοποιούς της ομότιτλής της «εμψυχωμένης» ταινίας του 2002 και θέμα τις περιπέτειες ενός εξωγήινου όντος στον πλανήτη μας και τη φιλική σχέση που αναπτύσσει μ’ ένα ασυνήθιστο κοριτσάκι.

Το τέταρτο μέρος μιας επιτυχημένης σειράς ταινιών τρόμου βρίσκουμε στην 4η θέση! «Το Κάλεσμα 4: Τελευταία Τελετουργία» έκανε 253.791 εισιτήρια, σχεδόν δέκα φορές περισσότερα από το προηγούμενο (26.655 το 2021) και σχεδόν διπλάσια από εκείνα του πρώτου (158.417 το 2013) και του δεύτερου (131.728 το 2016) μέρους. Μάλλον δεν πρόκειται για την καλύτερη ταινία της σειράς, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να ανέβει πολύ υψηλότερα από την επόμενη ταινία του είδους της, που δεν είναι άλλη από το «Νοσφεράτου» (123.754 εισιτήρια, στη 16η θέση) – σύγχρονη και αμερικανικής παραγωγής εκδοχή ενός διαχρονικού βαμπιρικού μύθου, η γαλλική εκδοχή του οποίου έφτασε τα 76.958 εισιτήρια («Dracula», στην 23η θέση).

Και από τον τρόμο στην περιπέτεια, με τρεις διαφορετικές όψεις και σε θέση-παρά-θέση σειρά: 5η, 7η και 9η. Σε αντίθεση με άλλες χρονιές, η καθαρόαιμη κωμωδία απουσιάζει τελείως από την πρώτη δεκάδα, έχοντας αφήσει στη 10η και τελευταία θέση ένα ρομαντικό της υποκατάστατο. Στο #5, λοιπόν, το «F1: Η Ταινία» (φωτό), με 232.881 εισιτήρια. Ο τίτλος παραπέμπει σαφέστατα στη Φόρμουλα 1, το πρωτάθλημα αγώνων αυτοκινήτου, και τα γνωστά circuit δίνουν το παρόν σε μία θεαματική ταινία ηθοποιού, με τον Μπραντ Πιτ στο volant να εκτοξεύει την αδρεναλίνη στα ύψη και να διασκεδάζει το νεανικό κοινό – το δικό του, του αθλήματος, αλλά και της φιλμαρισμένης περιπέτειας.

Σ’ αυτό το τελευταίο, νεανικό πάντα, απευθυνόταν και η περιπέτεια της 7ης θέσης: «Μια Ταινία Minecraft». Που σημαίνει, μια ταινία βγαλμένη από ένα video game, μεγάλη παραγωγή, της ίδιας χολιγουντιανής εταιρείας με την προηγούμενη (αλλά και με την επόμενη) ταινία – της Warner Bros. Τα εν Ελλάδι 207.286 εισιτήριά της (και η 7η θέση) έδειξαν ότι το πέρασμα από την πραγματικότητα που μας περιβάλλει σ’ έναν Υπερκόσμο (και εκείνους που τον απειλούν) βρήκε την απήχηση που προσδοκούσαν οι δημιουργοί της. Ίσως επειδή προβλήθηκε και μεταγλωττισμένη.

Την ίδια πάνω-κάτω απήχηση είχε και το φιλμικό σύμπαν της ταινίας «Μια Μάχη Μετά την Άλλη», που οδήγησε στις αίθουσες 184.894 θεατές, φέρνοντάς την στην 9η θέση. Πρόκειται για άλλη μία ταινία ηθοποιού (του Λεονάρντο Ντι Κάπριο, εν προκειμένω), όσο και σκηνοθέτη αυτή τη φορά, του Πολ Τόμας Άντερσον, ο οποίος χαίρει ευρείας αποδοχής και θεωρείται «δημιουργός», και αποτελεί τη μεταφορά στην οθόνη του μυθιστορήματος ενός κορυφαίου Αμερικανού λογοτέχνη. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και μία επαναστατική ομάδα, η οποία δρα σε μία Αμερική που παραπέμπει ευθέως στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, έχουμε αναπτύξει το puzzle επιτυχίας της ταινίας.

Στην προηγούμενη απ’ αυτήν θέση, την 8η, συναντούμε την πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων της χρονιάς – τη δεύτερη θα την εντοπίσουμε πέντε σκαλιά πιο κάτω, στη 13η θέση. Είναι η «Ζωούπολη 2», με 196.406 εισιτήρια, συνέχεια (φυσικά) της «Ζωούπολης», που το 2016 είχε υποδεχτεί 139.112 μικρούς και μεγάλους θεατές στη χώρα μας, όπου είχε κυκλοφορήσει και σε εκδοχή τριών διαστάσεων, ενώ στη χώρα παραγωγής της είχε κερδίσει Χρυσή Σφαίρα, μαζί και Όσκαρ. Η αντί-Τραμπ καταγγελία έχει κι εδώ περίοπτη θέση (για το ενήλικο προφανώς κοινό, που συνοδεύει τα παιδάκια στην έξοδό τους).

Αν και η εναρκτήρια σκηνή του «Ταιριάζουμε;» παραπέμπει στο «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος», η ταινία δεν έχει καμία σχέση με την επιστημονική φαντασία. Ένα ερωτικό τρίγωνο πλασάρει, αισθηματική κωμωδία προσπαθεί να είναι, το κοινό των αλήστου μνήμης Βίπερ Νόρα φιλοδοξούσε να προσελκύσει – και τα κατάφερε με τα 151.889 εισιτήριά της (10η θέση). Οι οκτώ ταινίες που την ακολουθούν, όλες με εξαψήφιο αριθμό εισιτηρίων, είναι μία ετερόκλητη ομάδα στην οποία δεν έχει θέση ούτε η ερωτική σχέση ούτε η ερωτική επιθυμία.

Πρώτη στην ομάδα αυτή, μία ακόμη ελληνική ταινία! Η «Σπασμένη Φλέβα», με 143.406 εισιτήρια (11η θέση), και τελευταία το κινούμενο σχέδιο «Στρουμφάκια: Η Ταινία», με 108.526 (18η θέση). Ενδιάμεσα, τέσσερις συνέχειες παλαιότερων επιτυχιών, η προαναφερθείσα «Νοσφεράτου» και η τελευταία (μη ελληνικής παραγωγής) ταινία ενός Έλληνα σκηνοθέτη («Βουγονία» του Γιώργου Λάνθιμου, με 128.297 εισιτήρια στη 15η θέση). Η «Επικίνδυνη Αποστολή: Η Έσχατη Τιμωρία» (139.445 εισιτήρια, 12η θέση) ολοκληρώνει τον κύκλο των περιπετειών του Ίθαν Χαντ στη μεγάλη οθόνη, το «Sonic 3: Η Ταινία» (134.105 εισιτήρια, 13η θέση) συνδυάζει και πάλι το φιλμ με ηθοποιούς και το animation, το «Avatar: Φωτιά και Στάχτη» (130.128 εισιτήρια, 14η θέση) συνεχίζει να προσφέρει (τρισδιάστατο) θέαμα με επίκεντρο τον μακρινό πλανήτη Πανδώρα, και «Τα Κακά Παιδιά 2» (120.034 εισιτήρια, 17η θέση) είναι μία ακόμη ταινία κινουμένων σχεδίων, με χαρακτηριστικούς εκπροσώπους του ζωικού βασιλείου να προσπαθούν να παραμείνουν στον ίσιο δρόμο.

Αγαπημένοι (φέτος) της ελληνικής κριτικής ο Ζακ Κρέγκερ, ο Γιόαχιμ Τρίερ και ο Τζαφάρ Παναχί, χαροποίησαν 92.791, 54.277 και 30.261 θεατές αντίστοιχα, με τις ταινίες τους «Weapons» (φωτό), «Συναισθηματική Αξία» και «Ένα Απλό Ατύχημα» να στρογγυλοκάθονται στις θέσεις 19, 40 και 66 του πίνακα εισιτηρίων, η 21η θέση του οποίου καταλαμβάνεται από το μουσικό ντοκιμαντέρ «Εμείς», με 82.545 εισιτήρια. Ελληνική ταινία κι αυτή, τριάντα τέσσερα σκαλοπάτια πάνω από την επόμενη, που είναι «Οι Άγριες Μέρες μας» (35.586 εισιτήρια, στην 55η θέση).

Ναι, είναι αλήθεια – οι αριθμοί αποτελούν αδιάψευστη απόδειξη. Ο κινηματογράφος μας πήγε τη χρονιά που πέρασε πολύ καλά. Έστω κι αν το #2 πήρε αμφιλεγόμενες κριτικές, όπως είχε πάρει πέρσι και το #1, ενώ το #3 είχε απ’ όλους σχεδόν τους κριτικούς αρνητική υποδοχή. Γι’ αυτούς ήταν μία κακή ταινία, αλλά η «κακή» αυτή ταινία άρεσε πολύ στους θεατές της – όπως άρεσαν και το «Υπάρχω» και «Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων». Αλλά και για τους Έλληνες αιθουσάρχες των χειμερινών κινηματογράφου, πολλοί από τους οποίους αναζητούσαν με το κιάλι τον θεατή, ο «Καποδίστριας» ήταν μία «καλή» (!) ταινία. Άλλωστε, γι’ αυτούς, «καλή ταινία είναι η ταινία που κόβει εισιτήρια και κακή η ταινία που δεν φέρνει κόσμο στην αίθουσα».

Για τον Έλληνα κριτικό κινηματογράφου, το «καλό» και το «κακό» είναι θέμα οπτικής γωνίας, ιδεολογικής θεώρησης, ανάπτυξης και αισθητικής. Για τον απλό θεατή, πάλι, είναι ζήτημα θέματος, χαρακτήρων, αφηγούμενης ιστορίας και κατανόησης όσων βλέπει στην οθόνη. Για τον αιθουσάρχη, τέλος, είναι ό,τι τον επιβεβαιώνει ως σωστό επαγγελματία – αλλά δεν χάθηκε κι ο κόσμος αν η επιβεβαίωση αυτή δεν έρθει, αρκεί η μη προσέλευση θεατών να μην μετατραπεί σε ζήτημα προσωπικής επιβίωσης. Από την άλλη, για τους δημιουργούς της κάθε ταινίας, μία θετική κριτική είναι λιγότερο… καλή από την επιτυχία της ταινίας στο ταμείο (εκτός κι αν ανήκουν στη μειονότητα εκείνη που δεν έχει επενδύσει δικά της χρήματα ή αν είναι… «ψώνια», που δεν νοιάζονται για τις εισπράξεις, όπως θα νοιαζόταν κάθε επαγγελματίας) και μία αρνητική κριτική μπορεί, με τον κατάλληλο χειρισμό, να αποτελέσει διαφημιστικό μέσο προώθησης του έργου τους (όπως απέδειξε ότι μπορεί, στην προκειμένη περίπτωση, να κάνει ο Γιάννης Σμαραγδής)!

Ο Σμαραγδής, όμως, όπως και ο Οικονομίδης, κάνουν μία ταινία κάθε 2-3 χρόνια. Και ο εγχώριος επαγγελματικός κινηματογράφος, αυτός που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «εμπορικός», δίνοντας συχνά αρνητική σημασία στη λέξη (παρ’ όλο που δεν την έχει), παράγει 2-3 ταινίες τον χρόνο, πάνω σε μια μάλλον προκαθορισμένη θεματολογία (προσωπικά, θεωρώ πολύ πιο σημαντική παραγωγή «Τα Κάλαντα» (φωτό), επειδή έχει ξεκάθαρη εμπορική στόχευση: ανήκει στο φιλμικό «είδος» της χριστουγεννιάτικης οικογενειακής ταινίας, που καταναλώνεται σταθερά μία συγκεκριμένη περίοδο του έτους και έχει διαχρονική αξία – κινηματογραφική όσο και τηλεοπτική). Για να υπάρξει αυτό που ονομάζουμε κινηματογραφία, όμως, πρέπει να γυρίζονται τουλάχιστον είκοσι ταινίες ετησίως, η έξοδός τους στις αίθουσες να κατανέμεται ισομερώς μέσα στο έτος και το ένα τρίτο ή το ένα τέταρτο απ’ αυτές να γίνονται επιτυχίες. Διαφορετικά, και με την προϋπόθεση ότι το ελληνικό κράτος θα συνεχίζει να επιδοτεί την αδιέξοδη ελληνική κινηματογραφική παραγωγή μας, θα έχουμε κάθε χρόνο μία άνευ ουσίας κι άνευ σημασίας σοδιά, που δεν θα αφορά κανέναν άλλον πέραν από εκείνους που τις κατασκευάζουν. Και… θα συνεχίσουμε να ενοχλούμαστε όταν μία «κακή» ταινία αρέσει στο κοινό της και κάνει εισιτήρια!

Με εξαίρεση τις «Άγριες Μέρες μας» (35.586 εισιτήρια, #6 στον πίνακα των ελληνικών ταινιών, #55 σ’ εκείνον της γενικής κατάταξης), το «Κιούκα: Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού» (17.205 εισιτήρια, Νο.7 στον πίνακα των ελληνικών ταινιών, Νο.86 σ’ εκείνον της γενικής κατάταξης) και το «Αρκάντια» (10.755 εισιτήρια, #8 στον πίνακα των ελληνικών ταινιών, #122 σ’ εκείνον της γενικής κατάταξης), δηλαδή τις τρεις ελληνικές ταινίες με πενταψήφιο αριθμό εισιτηρίων, οι περισσότερες από τις «άνευ ουσίας κι άνευ σημασίας» παραγωγές μας «κρύβουν» την αποτυχία τους στο ταμείο – οι εταιρείες διανομής και οι παραγωγοί τους αρνούνται να μας πουν τι έκαναν τα… καλλιτεχνικά τους δημιουργήματα. Κι αν μας το πουν, ο αριθμός είναι τριψήφιος – που σημαίνει ότι τα είδαν… οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Όπως, για παράδειγμα, οι ταινίες μυθοπλασίας «Αγαπούσε τα Λουλούδια Περισσότερο» (806 εισιτήρια, #20 και #311 στους αντίστοιχους πίνακες), «Wishbone» (602, #23 και #326) και «Σε Μια Άγνωστη Χώρα» (569, #24 και #329) ή τα ντοκιμαντέρ «Λατρεία: Οι Καλτ Ελληνικές Ταινίες (μου)» (338, #25 και #351), «Made in Vain» (180, #28 και #365) και «Σύλβια Ρόμπυν» (118, #29 και #372).

Να σημειώσω, εδώ, ότι το «Αρκάντια» (φωτό) είναι η ταινία που απέσπασε τα τρία σημαντικότερα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, καθώς και εκείνη που στείλαμε επισήμως να μας εκπροσωπήσει ως χώρα στα Όσκαρ (αλλά δεν κατάφερε να εισέλθει ούτε στη μικρή λίστα των δεκαπέντε ταινιών, από τις οποίες θα προέκυπταν οι πέντε υποψήφιες για το Όσκαρ διεθνούς ταινίας). Όπως επίσης ότι το ντοκιμαντέρ «Ο Κόκκινος Δάσκαλος», για το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Νίκο Πλουμπίδη, με τα 5.763 εισιτήριά του (#9 και #166) πρέπει να θεωρείται μεγάλη επιτυχία, αν σκεφτεί κανείς ότι ένα ομόλογό του πολιτικό ντοκιμαντέρ με αριστερό πρόσημο, το «Αλύγιστος Νίκος», για τον επί εικοσιπέντε χρόνια Γενικό Γραμματέα του ίδιου κόμματος Νίκο Ζαχαριάδη, που είχε στιγματίσει τον Πλουμπίδη ως συνεργάτη της Ασφάλειας, το έφαγε το μαύρο σκοτάδι.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην ελληνική ταινία «Ο Έρωτας Γράφεται…» (φωτό), που βρίσκεται στη 10η θέση του πίνακα των ελληνικών παραγωγών (ή συμπαραγωγών), με 5.585 εισιτήρια (#170 στη γενική κατάταξη – με εισιτήρια μίας εβδομάδας μόνο). Πρόκειται για ένα ακόμη εμπορικό φιλμ, της νεοσύστατης εταιρείας παραγωγής Iconic Films, που ανήκει στον όμιλο του Antenna, η οποία καταποντίστηκε επειδή οι δημιουργοί της έκαναν το λάθος να την προγραμματίσουν απέναντι στον «Καποδίστρια»! Θα έλεγα ότι αυτά συμβαίνουν όταν ξένοι «ειδήμονες» καλούνται να διαχειριστούν ζητήματα και υποθέσεις που ίσως γνωρίζουν σ’ ένα περιβάλλον το οποίο μάλλον αγνοούν, στηριζόμενοι και στη δύναμη που θεωρούν ότι τους δίνει ο έλεγχος των ανά την επικράτεια πολυκινηματογράφων (ο όμιλος έχει αποκτήσει το δίκτυο των Village και των Option Cinemas) και ο αέρας ενός μεγάλου τηλεοπτικού σταθμού, αλλά σκέφτομαι την πριν πολλά χρόνια αποτυχία του τηλεοπτικού ANT-1 να εισέλθει (τότε) στον χώρο του σινεμά, στηριζόμενος σε Έλληνες επαΐοντες, και… τελώ εν αναμονή της επόμενης ταινίας τους! Ο χρόνος θα δείξει…

Οι μεγάλου μήκους ελληνικές ταινίες που το 2025 έφτασαν μέχρι την αίθουσα ήταν 87. Απ’ αυτές, οι 18 είναι συμπαραγωγές με μία ή περισσότερες άλλες χώρες, οι 43 είναι ντοκιμαντέρ και οι 11 επανεκδόσεις. Αριθμό εισιτηρίων δημοσιοποίησαν μόνο οι 28. Οι υπόλοιπες 61 (δύο στις τρεις, δηλαδή) τον απέκρυψαν. Όπως και το 2024, όπου από τις 60 ελληνικές παραγωγές ή συμπαραγωγές, που με τον άλφα ή βήτα τρόπο βρήκαν διανομή και προβλήθηκαν σε κινηματογραφική αίθουσα, γνωρίζουμε την ταμειακή συμπεριφορά μόνο των 21 – για τις υπόλοιπες 39 δεν είχαν δοθεί στη δημοσιότητα τα εισιτήρια που πραγματοποίησαν. Διότι… τι να λέμε τώρα; Ως τριψήφιος αριθμός (συνήθως), αλλά και διψήφιος (καμιά φορά), δεν ήταν ευνοϊκός – ούτε για την ταινία, ούτε για τον σκηνοθέτη, ούτε για τον παραγωγό, ενδεχομένως ούτε και για το γραφείο διανομής.

Σε γενικές γραμμές, το 2025 ήταν μια χρονιά ελαφρώς καλύτερη από το 2024, αλλά και μια χρονιά πολύ χειρότερη από το 2019 – την τελευταία «καλή χρονιά» πριν από την κρίση. Εν τούτοις, αρκετές χειμερινές αίθουσες συνέχισαν να δοκιμάζονται, αγωνιζόμενες να παραμείνουν ανοιχτές. Το Ελυζέ στην Αθήνα δεν άντεξε. Το ίδιο και το Αθήναιον στη Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα, πάλι, το συνονόματο σινεμά ανακαινίστηκε, αναβαθμίστηκε και πολλαπλασιάστηκε. Μετονομάσθηκε σε Athinaion Experience (φωτό) και απέκτησε ακόμα δύο αίθουσες. Και η Κομοτηνή, που είχε μείνει χωρίς κινηματογράφους μετά το κλείσιμο των Odeon, είδε να ανοίγει και πάλι το παλιό καλό Ρεξ της.

Αλλαγές έγιναν και στον χώρο της διανομής, όπου έκαναν την εμφάνισή τους νέες (μικρές) εταιρείες. Ο συνολικός αριθμός τους είναι, πλέον, 35. Πιο σημαντική απ’ αυτές είναι η Iconic Films, του ομίλου Antenna, ο οποίος (μετά και την αγορά των Option Cinemas) εισέρχεται και στον τομέα της παραγωγής. Κάποιες άλλες είναι εταιρείες κινηματογραφικών αιθουσών που αποφάσισαν, αντί να μισθώνουν μία ταινία από ένα ελληνικό γραφείο διανομής, να την μισθώνουν από μία εταιρεία του εξωτερικού (την Park Circus συνήθως, η οποία διακινεί κλασικές ταινίες των studio του Χόλιγουντ). Το κάνει και η Summer Classics, αλλά στη δική της περίπτωση μιλάμε για πραγματική επανέκδοση, ενώ στη δική τους, παρόλο που την λανσάρουν ως τέτοια, δεν είναι. Είναι ενοικίαση για μερικές ημέρες μόνο, ενώ γίνονται όλο και πιο συχνές οι περιπτώσεις «για μία προβολή μόνο»!

Το 2025 κόπηκαν 7.745.424 εισιτήρια, έναντι των 7.674.765 εισιτηρίων που είχαν κοπεί το 2024 (αλλά και των 9.577.666 εισιτηρίων που είχαν κοπεί το 2019), με την άνοδο σε σχέση με το 2024 να είναι μόλις +0,91%, ενώ η πτώση σε σχέση με τις πάλαι ποτέ «καλές εποχές» βρίσκεται στο -19,13%. Είναι μία μικρή άνοδος (και μία σαφώς σημαντική πτώση), που σημαίνει ότι ένας στους πέντε θεατές δεν έχει επιστρέψει ακόμα στην αίθουσα. Μάλλον δεν θα επιστρέψει ποτέ! Από την άλλη, πρέπει να σημειώσουμε μία ακόμη αύξηση: αυτή του συνολικού αριθμού των ταινιών που διανεμήθηκαν: 88 περισσότερες από το 2024, 119 περισσότερες από το 2019! Με τις 105 απ’ αυτές να έχουν χαμηλό τετραψήφιο αριθμό εισιτηρίων (μέχρι 5.000) και άλλες 87 να κυμαίνονται από τα 5 μέχρι τις 15 χιλιάδες (162 και 76 ήταν οι αντίστοιχοι αριθμοί το 2024). Που σημαίνει ότι ο αριθμός των εμπορικών αποτυχιών παραμένει μεγάλος.

Από τον παραπάνω συνολικό αριθμό εισιτηρίων, τα 6.369.623 ανήκουν σε ξένες ταινίες, ενώ τα 1.375.801 σε ελληνικές παραγωγές ή συμπαραγωγές (το 2024, οι αντίστοιχοι αριθμοί ήταν 6.816.664 και 858.101). Δηλαδή, υπάρχει μία σημαντικότατη αύξηση των εισιτηρίων που αφορούν τις ελληνικές παραγωγές ή συμπαραγωγές, η οποία αγγίζει το +37,63%, αλλά η αύξηση αυτή επιτεύχθηκε τον τελευταίο μήνα του έτους, από τρεις ταινίες που πραγματοποίησαν διπλάσια εισιτήρια απ’ όσα είχαν κάνει όλες οι άλλες μαζί τους δέκα προηγούμενους! Εξαιρώ τον Ιανουάριο, μήνα κατά τον οποίο το «Υπάρχω» είχε κάνει (από μόνο του) 400.471 εισιτήρια. Το ευρύ κοινό εξακολουθεί να αντιπαρέρχεται τη λεγόμενη καλλιτεχνική παραγωγή, αδιαφορώντας επιδεικτικά για την ύπαρξή της.

Το 2025 μας έδωσε 543 ταινίες, εκ των οποίων οι 90 ήταν παλαιότερες, δηλαδή κυκλοφόρησαν σε επανέκδοση (κυρίως στους θερινούς μήνες, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο ένα πραγματικά καλό σινεμά του παρελθόντος – όμως, πολλές απ’ αυτές είχαν «δικαίωμα εκμετάλλευσης» για μία μόνο εβδομάδα, ακυρώνοντας ουσιαστικά την έννοια της επανέκδοσης, μιας κι αυτή επιβάλλεται να έχει διάρκεια). Απ’ αυτές, οι 456 ήταν αλλοεθνείς και οι 87 ελληνικής παραγωγής (ή συμπαραγωγής). Σε αντίθεση με το 2024, που μας είχε δώσει 455 ταινίες (395 αλλοεθνείς και 60 ελληνικής παραγωγής ή συμπαραγωγής), εκ των οποίων οι 80 ήταν σε επανέκδοση.

Από τις ταινίες αυτές, 1 ξεπέρασε τις τετρακόσιες χιλιάδες (και ήταν του 2024, που είχε συνεχιστεί η επιτυχημένη προβολή της και το 2025), 1 τις τριακόσιες, 5 τις διακόσιες, 11 ξεπέρασαν τις εκατό, 22 έκαναν κάτι μεταξύ πενήντα και εκατό χιλιάδων (μαζί με μία του 2024), 77 (συν επτά ακόμη από το 2024) κάτι μεταξύ δέκα και πενήντα χιλιάδων και όλες οι άλλες λιγότερα από δέκα χιλιάδες. Μάλιστα, 54 απ’ αυτές πραγματοποίησαν τριψήφιο αριθμό εισιτηρίων και 6 διψήφιο! Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα ένας δείκτης που μέχρι και πρόπερσι παρουσίαζε άνοδο, φέτος (όπως και πέρσι) να σημειώσει πτώση: ο μέσος αριθμός εισιτηρίων ανά ταινία. Το 2024 ήταν στα 16.868, το 2023 ήταν στα 16.925, το 2022 ήταν στα 14.786, το 2021 στα 11.748, αλλά το 2025 διαμορφώθηκε στα 14.264 (το 2019 ήταν στα 22.589).

Αν πέρσι η πτώση ήταν σχεδόν αμελητέα, της τάξης του μόλις -0,34%, φέτος είναι τεράστια (-18,25%) και δείχνει κάτι που μάλλον δεν έχουν αντιληφθεί τα γραφεία διανομής: η ελληνική αγορά δεν αντέχει έναν τόσο μεγάλο αριθμό νέων ταινιών. Ή, το έχουν αντιληφθεί και το ξέρουν, αλλά το παραβλέπουν επειδή αδιαφορούν για την αίθουσα! Νοιάζονται για την πάρτη τους και μόνο, βαφτίζοντας σε βάρος της τελευταίας «κινηματογραφικές» τις ταινίες του καταλόγου τους, ώστε να τις μισθώσουν στις πλατφόρμες με υψηλότερο τίμημα. Σε κάθε περίπτωση, το 2025 πάνω από τον ενδεικτικό αυτόν αριθμό βρίσκονται 97 μόνο ταινίες (οι 7 ελληνικές), όταν το 2024 βρίσκονταν 72 (από τις οποίες οι 4 ήταν ελληνικές) και το 2023 βρίσκονταν 86 (και πάλι οι 5 ήταν ελληνικές). Που σημαίνει ότι εξακολουθεί να ισχύει το: τα εισιτήρια που πραγματοποιούν οι περισσότερες από τις διανεμόμενες ταινίες είναι πολύ κάτω από τον μέσο όρο…

Από τα γραφεία διανομής, δύο εταιρείες πραγματοποίησαν το 79,36% του συνολικού αριθμού των εισιτηρίων με το 22,28% του συνολικού αριθμού των ταινιών (121 νέοι τίτλοι, συν 27 που είχαν κυκλοφορήσει το 2024). Δηλαδή, σε σχέση με το 2024, όπου είχαν πραγματοποιήσει το 74,69% του συνολικού αριθμού των εισιτηρίων με το 25,93% του συνολικού αριθμού των ταινιών, αύξησαν την επιρροή τους. Δεδομένου, δε, ότι οι δύο αυτές εταιρείες αντιπροσωπεύουν τα μεγάλα studio του Χόλιγουντ στην ελληνική αγορά, η «επικυριαρχία» των αμερικανικών εταιρειών στη χώρα μας συνεχίζεται και οι μικρότερες εταιρείες οδηγούνται σε ακόμα μεγαλύτερη εισπρακτική συρρίκνωση. Η Tanweer πέρασε πέρσι στην πρώτη θέση, με αύξηση του μεριδίου της κατά +23,85% (έχοντας 12 ταινίες λιγότερες), εκτοπίζοντας τη Feelgood στη δεύτερη, με μείωση του δικού της μεριδίου κατά -17,29% (έχοντας 15 παραπάνω ταινίες). Απ’ ό,τι φαίνεται, οι εταιρείες αυτές θα συνεχίσουν να καταλαμβάνουν τις δύο πρώτες θέσεις για όσο δεν θα αλλάξει η αντιπροσώπευση των χολιγουντιανών κολοσσών και η τελική κατάταξή τους θα εξαρτάται από τις επιδόσεις των στουντιακών ταινιών κι από εκείνες των ελληνικών παραγωγών τους.

Για όσους λατρεύουν τις επιδόσεις τώρα. Η ταινία με το μεγαλύτερο άνοιγμα ήταν το κινούμενο σχέδιο «Λίλο & Στιτς» (σε 213 αίθουσες, που τη δεύτερη εβδομάδα έγιναν 219), με δεύτερη την παραμυθένια «Χιονάτη» (σε 199) και τρίτη την περιπέτεια φαντασίας «Πώς να Εκπαιδεύσετε τον Δράκο σας» (σε 198), ενώ η ελληνική ταινία με το μεγαλύτερο άνοιγμα ήταν η βιογραφία «Καποδίστριας» (σε 120), με δεύτερη το κοινωνικό δράμα «Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων» (σε 118, που τη δεύτερη εβδομάδα έγιναν 141 και την τρίτη 156) και τρίτη το ντοκιμαντέρ «Εμείς» (σε 113). Ας θυμηθούμε ότι η ταινία του 2024 με το μεγαλύτερο άνοιγμα (είχε βγει σε 225 αίθουσες) ήταν το ψυχολογικό θρίλερ «Joker: Τρέλα για Δύο» και η αντίστοιχη ελληνική (σε 160) ήταν η μουσική βιογραφία «Υπάρχω».

Η δραματική ταινία «Anora» (φωτό) είχε τις περισσότερες εβδομάδες αδιάληπτης προβολής στις αίθουσες (42 συνολικά), ακολουθούμενη από την ελληνική μουσική βιογραφία «Υπάρχω» (40). Στην τρίτη θέση βρίσκεται το θρίλερ συνωμοσίας «Κονκλάβιο» (39). Όλες τους είναι ταινίες που είχαν κάνει πρεμιέρα το 2024. Από τις ταινίες που άνοιξαν μέσα στο 2025, περισσότερες εβδομάδες παρέμεινε στις αίθουσες το θρίλερ κατασκοπείας «Σκιές στο Σκοτάδι» (28), με το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ «Ο Κόκκινος Δάσκαλος» και την περιπέτεια φαντασίας «Μια Ταινία Minecraft» να συνυπάρχουν στις δύο επόμενες θέσεις (22). Nα σημειωθεί, ωστόσο, ότι η «συνέχεια» δεν γίνεται με τους ίδιους όρους προβολής (π.χ. μία ταινία κινουμένων σχεδίων, μετά τις 2-3 πρώτες εβδομάδες, προβάλλεται μόνο τα απογεύματα του weekend, ενώ μία αίθουσα μπορεί να κρατά μία καλλιτεχνική ταινία, αλλά να την προβάλλει 1-2 φορές την εβδομάδα). Σε σχέση με τις ελληνικές ταινίες, τον «Κόκκινο Δάσκαλο» ακολουθούν οι «Κιούκα: Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού» (14 εβδομάδες) και «Αρκάντια» (12).

Από το 2024 συνεχίστηκε η προβολή 32 ταινιών, ενώ άλλες 24 λίγο πιο παλιές (από το 2017 έως το 2023) επανήλθαν σε κάποια αίθουσα μέσα στο 2025 (την καλοκαιρινή περίοδο βασικά), όπου πραγματοποίησαν συνολικά 764.894 εισιτήρια. Απ’ αυτές, την καλύτερη ταμειακή συμπεριφορά είχε το «Υπάρχω» (443.441 εισιτήρια), με επόμενη το κινούμενο σχέδιο «Βαϊάνα 2» (70.542) και τρίτη το επίσης animated «Μουφάσα: Ο Βασιλιάς των Λιονταριών» (46.148).

Ακολουθούν οι πίνακες για το 2025, οι οποίοι χωρίζονται σε δύο μέρη, με τις ελληνικές παραγωγές ή συμπαραγωγές να περιλαμβάνονται στον δεύτερο. Πατώντας στην εικόνα της κάθε λίστας, μπορείτε να δείτε τα στοιχεία σε μεγαλύτερη ανάλυση.

ΣΥΝΟΛΙΚΟ TOP 15 ΓΙΑ ΤΟ 2025

ΕΛΛΗΝΙΚΟ TOP 15 ΓΙΑ ΤΟ 2025

Βλ. επίσης: https://freecinema.gr/2025-greek-box-office-in-review/




Συμμετέχοντα μέλη:
Δημήτρης Κολιοδήμος
Ενημέρωση: 13-02-2026

CLUB