ENGLISH

ENGLISH

Αναζήτηση

Είσοδος

Είσοδος


Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!
Array ( [l] => gr [c] => news [p] => members-posts [id] => i772 )

Δατς Ωλ ο Παπακυριάκης.


Δατς Ωλ ο Παπακυριάκης. Συγγραφέας, μεταφραστής, εραστής του λόγου και του ανείπωτου, που όταν σμίγουν, πλάθουν τον ανθρώπινο μύθο. Τον Παπακυριάκη τον φώναζαν με το επώνυμο. Δεν θύμιζε κανέναν. Ούτε στην σκέψη ούτε στην πένα. Αλάνι Βυρωνιώτης, αιρετικός, με διαίσθηση, εξάρτηση στο τραγικό, αισθαντικός, με αττικόν άλας εμποτισμένος. Σε κοίταζε κι έκανε ακτινογραφία στην ψυχή σου. Με την ίδια ευκολία έκανε κατάδυση στα πολιτικο-εμπορικά νήματα που χειρίζονται την κοινωνία. Σε αναστάτωνε, σε ξεβόλευε, και μ΄έναν λόγο σαν κύμα, σε έμπαζε στην αλήθεια της αντίθεσης, στο ζεστό καρβέλι της σύνθεσης, αδιόρατα υποβλητικός, αδερφικά τρυφερός. Έτσι συμφιλίωνε άσπονδους τσακωμένους, έτσι σε επανέφερε στην εσωτερική σου αρμονία.

Όλοι γύρευαν να μεταλάβουν από το απόσταγμά του όταν είχαν προβλήματα ή ανάγκη – κανείς δεν τον συντρόφευσε όταν αποτραβήχτηκε. Πολλούς συνεπήρε η γραφή του – δύο τον ανέβασαν, ο Παπαγεωργίου και ο Χριστοφιλάκης.

Γι΄αυτό, και για την Ελλάδα που αποχαιρετούσε, λίγο πριν το τέλος τραγουδούσε: «Φεύγω με πίκρα/πάω στα ξένα/αυτός ο κόσμος/δεν είναι για μένα».

Αλλά ο Παπακυριάκης δεν ήταν μόνο η πίκρα του. Ήταν αδιάσπαστα συνδεδεμένος με τα τραυματικά βιώματα της κατοχής και του εμφύλιου – με το ανθρώπινο πολύπτυχο που γεννάει κάθε πόλεμος ρίχνοντάς σε στα βαθιά: τι είναι ο άνθρωπος;
Άγιος; Προδότης; Μήπος άγιος και προδότης; Τι σημαίνει να΄χεις ιθαγένεια; Είναι επιλογή, ενοχή, ευθύνη; Πώς περνάς τη γέφυρα του υπαρξιακού βούρκου για να κάνεις την υπέρβασή σου και να μοσχοβολήσει βασιλικός;

Ο Παπακυριάκης ήταν αθεράπευτα θυμωμένος Έλληνας. Έκλαιγε με λυγμό κάθε που άκουγε «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ/και μυρσίνη σύ δοξαστική/μή παρακαλώ σας μή/λησμονάτε τή χώρα μου!». Τον ξεσήκωναν το Bolero του Ravel, τα πρώτα μπλουζ, χόρευε ζεϊμπέκικο σαν μύστης μιας διαχρονικής αίρεσης που συνοδεύεται νοερά από τον Ηράκλειτο παρέα με τον Αη-Γιώργη ενώ καρφώνει τον καταραμένο όφη. Γύρευε αδέρφια σ΄όλον τον κόσμο: τα βρήκε στον Τσε, στους Κομμουνάρους, στον Μακρυγιάννη, στον Βελουχιώτη, στην απογείωση του δημοτικού τραγουδιού, στους ιερούς ποιητές-μουσουργούς μας και σ΄όλους τους ανώνυμους που κάναν την ζωή τους πρόσφορο για τον άνθρωπο.

Ήθελε να υποψιαστούμε το εύρος της προίκας τού να είσαι Έλληνας, για να μάθουμε να ανιχνεύουμε τις αόρατες παγίδες που στήνει κάθε μορφή εξουσίας στη σκέψη και στις επιλογές μας, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και στην ανάληψη των ευθυνών μας ως πολίτες.

Αυτό που θα του αναγνωρίσουν όσοι τον αντάμωσαν εν ζωή και όσοι θα τον μάθουν μετά θάνατον, είναι η δίψα του να αναστήσει μες στην ανθρώπινη συνείδηση αυτό που υπαινίσσεται ο τίτλος της ανέκδοτης συλλογής διηγημάτων του: «Τα Άλτερ Έγκο γουστάρουνε φούγκα» - ή αλλιώς, όπως το είπε ο Οδυσσέας-Μίκης Θεοδωράκης (με τον οποίον γνωρίζονταν και είχαν συνεργαστεί – «ίδια μέρα γεννηθήκαμε», έλεγε περήφανα, «με δέκα χρόνια διαφορά»): «Εύχομαι να γίνετε αυτό που δεν μπορείτε».

Αν ήταν εδώ για να κλείσει αυτό το άρθρο, θα μας πέταγε με διάθεση τσιγκλίσματος για την κατάντια μας ως αμερικανόπληκτα-γιέςμαν ένα ξανθό-τηλεοπτικό: «Τα λέμε. Φιλάκια».

Γιάννα Παπακυριάκη, κόρη του