ENGLISH

ENGLISH

Αναζήτηση

Είσοδος

Είσοδος


Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Τ’ είχες Γιάννη, τ’ είχα πάντα


Tου ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΛΙΟΔΗΜΟΥ

 

Την Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011 ξεκίνησε να προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες η ελληνική ταινία «Η υπογραφή», σε διανομή της εταιρείας Feelgood. Είχε προηγηθεί, τη Δευτέρα 24 Ιανουαρίου, η avant premiere της εν λόγω ταινίας στην Αθήνα. Μιας ταινίας που δεν συμμετείχε στο 51ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης τον περασμένο χρόνο, ούτε και σε κάποιο άλλο, ελληνικό ή ξένο, φεστιβάλ κινηματογράφου. Κι όμως, η ταινία αυτή –κακώς, κάκιστα!– συμμετέχει στα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου του 2011.


Το ίδιο ισχύει και για την ελληνική ταινία «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα». Δεν προβλήθηκε στις εκδηλώσεις του 51ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης (ούτε κάποιου άλλου, ελληνικού ή ξένου, φεστιβάλ το 2010), έκανε μία δημοσιογραφική προβολή τη Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011 στην Αθήνα, θα κάνει avant premiere μέσα στις επόμενες ημέρες και θα ξεκινήσει να προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες από την Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011 (αν στο μεταξύ δεν αλλάξει κάτι και μετατεθεί για αργότερα η κυκλοφορία της), σε διανομή της Σπέντζος Φιλμ. Κι όμως, κι αυτή η ταινία συμμετέχει –κακώς, κάκιστα!– στα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου του 2011.

 

Σύμφωνα με ανακοίνωση της ΕΑΚ, στα φετινά βραβεία συμμετέχουν, μετά από αίτηση που υπέβαλαν, 23 μεγάλου μήκους ταινίες (εκ των οποίων: 17 είναι ταινίες μυθοπλασίας και 6 είναι ταινίες τεκμηρίωσης) και 25 μικρού μήκους ταινίες, διεκδικώντας 18 συνολικά βραβεία σε διαφορετικές ειδικότητες. Οι ταινίες αυτές, σύμφωνα με τον κανονισμό της ΕΑΚ πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μία από τις οποίες επιτάσσει να «έχουν προβληθεί σε κινηματογραφική αίθουσα από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους της απονομής των ετήσιων βραβείων». (άρθρο 5). Δηλαδή οι ταινίες οι υποψήφιες για τα βραβεία του 2011 θα πρέπει να έχουν προβληθεί από την 1η Ιανουαρίου έως και την 31η Δεκεμβρίου του 2010. Πού προβλήθηκαν οι δύο προαναφερθείσες ταινίες το διάστημα αυτό; Επίσημα, πουθενά! Ανεπίσημα, σε κάποια κινηματογραφική αίθουσα της Αθήνας, μία και μοναδική φορά, ένα πρωινό της περασμένης χρονιάς, χωρίς την καταβολή εισιτηρίου, με καλεσμένους φίλους και συγγενείς των δημιουργών τους (ή των συνεργατών τους) και… τα μέλη της ΕΑΚ!

 

Εδώ πατούν οι βασικοί παραγωγοί των δύο αυτών ταινιών και υποβάλλουν στην ΕΑΚ αίτηση συμμετοχής στα βραβεία του 2011. (Σύμφωνα με τον κανονισμό, άρθρο  5 και πάλι, δικαίωμα υποβολής της αίτησης έχει «ο κύριος παραγωγός κάθε υποβληθείσας κινηματογραφικής ταινίας».) Κι εδώ πατάει και η ίδια η ΕΑΚ και εγκρίνει τις δύο αυτές υποψηφιότητες. Ο κανονισμός της διοργάνωσης, που η ίδια έχει θεσπίσει, απαιτεί η ταινία να έχει προβληθεί σε κινηματογραφική αίθουσα, και οι εν λόγω δύο ταινίες έχουν πραγματοποιήσει μία (ακριβώς ΜΙΑ, το τονίζω εμφατικά) τέτοια προβολή. Ιδιωτική, και όχι δημόσια, επαναλαμβάνω, αλλά θα επανέλθω σ’ αυτό.

 

Προηγουμένως, θέλω να ανοίξω μία παρένθεση και να διατυπώσω τέσσερα σαφή και ξεκάθαρα ερωτήματα προς το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΑΚ:
1) Η απόφαση αυτή ήταν του προεδρείου της ή του Διοικητικού Συμβουλίου της;
2) Ήταν απόφασή που ελήφθη ομόφωνα ή υπήρξαν και διατυπώθηκαν κατά τη συζήτηση των υποψηφιοτήτων και άλλες απόψεις, και στη συνέχεια προκρίθηκε ως επικρατέστερη η άποψη της πλειοψηφίας;
3) Αν ήταν απόφαση του (5μελούς) προεδρείου της, στη συζήτηση έλαβε μέρος ο Κωνσταντίνος Μωριάτης, Α΄ αντιπρόεδρος της ΕΑΚ, αλλά και παραγωγός της μίας εκ των δύο αυτών ταινιών;
4) Αν ήταν απόφαση του (9μελούς) ΔΣ της, στη συζήτηση έλαβαν μέρος ο Σωτήρης Γκορίτσας και ο Κωνσταντίνος Μωριάτης, αμφότεροι μέλη του, αλλά και σκηνοθέτης και παραγωγός αντίστοιχα της μίας εκ των δύο αυτών ταινιών;
Κλείνει η παρένθεση.

 

Δημόσια ή ιδιωτική προβολή, λοιπόν; Είναι αλήθεια ότι ο κανονισμός της ΕΑΚ δεν κάνει έναν τέτοιο διαχωρισμό, αλλά υπάρχει κανείς που να έχει την άποψη ότι όταν αναφερόμαστε σε μία ταινία με τον όρο «προβολή», εννοούμε κάτι άλλο πέρα από τη δημόσια προβολή της; Που γίνεται είτε μέσω του ανοίγματός της στις αίθουσες από ένα γραφείο διανομής, είτε μέσω της συμμετοχής της σ’ ένα Τμήμα ή στις εκδηλώσεις ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ. Όταν στο Καταστατικό της ΕΑΚ, μιας «Αστικής μη κερδοσκοπικής Εταιρείας, μη υποκείμενης στον διοικητικό έλεγχο του Κράτους, που λειτουργεί ως ανεξάρτητος φορέας», απαιτείται ότι για να γίνει κάποιος μέλος της ΕΑΚ πρέπει η ταινία του να έχει προβληθεί σε κινηματογραφική αίθουσα κατά την προηγούμενη πενταετία (ή επταετία) προ της αίτησής του, αυτό σημαίνει πως θα έκαναν κάποιον μέλος αν η ταινία του δεν είχε όντως πραγματοποιήσει μία δημόσια προβολή; Αν είχε προβληθεί για τους ηθοποιούς και τα μέλη του συνεργείου, για παράδειγμα, όπως συνηθίζεται να γίνεται με την ολοκλήρωση μιας ταινίας, και στη συνέχεια η ταινία αυτή δεν είχε βρει Διανομέα στην ελληνική αγορά ή δεν είχε γίνει δεκτή σε κανένα Φεστιβάλ κινηματογράφου;

 

Τί κάνει μία προβολή δημόσια; Μα, η καταβολή ενός αντιτίμου από τον θεατή, που πληρώνει για το εισιτήριό του, το οποίο με τη σειρά του θα του επιτρέψει την είσοδο στην κινηματογραφική αίθουσα. Χωρίς εισιτήριο, η προβολή είναι κλειστή. Ιδιωτική. Για ορισμένους μόνο θεατές. Εκλεκτούς. Αυτούς που ο διοργανωτής προσκάλεσε, επειδή τους συμπαθούσε ή επειδή έτσι του άρεσε, κι όχι εκείνους που ενδεχομένως θα ήθελαν να δουν την ταινία για δικούς τους λόγους, σε πείσμα του σκηνοθέτη της ή του σεναριογράφου της ή του παραγωγού της, ο οποίος (ή οι οποίοι) μπορεί να μην τους χωνεύει και να μην θέλει να τους δει μπροστά του ούτε ζωγραφιστούς!

 

Ιδιωτική προβολή μπορεί να οργανώσει ο καθένας. Αρκεί να έχει φίλο τον ιδιοκτήτη μιας κινηματογραφικής αίθουσας, ώστε να του την διαθέσει μία Κυριακή πρωί, για να δείξει κάποιο φιλμ του στους φίλους του. Ή να έχει τη δυνατότητα να νοικιάσει μία κινηματογραφική αίθουσα για την πραγματοποίηση αυτής της προβολής. Δημόσια, όμως, δεν μπορεί. Για να προβληθεί μία ταινία σε κάποιο φεστιβάλ, θα πρέπει να έχει εγκριθεί από την αρμόδια επιτροπή πρόκρισης ή να έχει επιλεγεί από τον Διευθυντή του. Και για να διανεμηθεί από ένα γραφείο διανομής, θα πρέπει ο υπεύθυνος να έχει διαβλέψει σ’ αυτήν κάποια εμπορική ή καλλιτεχνική ή άλλη αξία. Διαφορετικά, δεν θα έπαιρνε το ρίσκο να βλέπει τις αίθουσες που ελέγχει (και οι ιδιοκτήτες των οποίων ζουν από τα έσοδα των εισιτηρίων που πωλούν) να προβάλλουν την ταινία ενώπιον άδειων καθισμάτων.

 

 

Ακόμη περισσότερο, αν με τον όρο «προβολή» δεν εννοείτο αποκλειστικά και μόνο η δημόσια προβολή, τότε γιατί ο κανονισμός της ΕΑΚ να προαπαιτεί την προβολή σε κινηματογραφική αίθουσα ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή και να μην δέχεται όλες τις ταινίες που παρήχθησαν (ας πούμε) το προηγούμενο ημερολογιακό έτος της απονομής των ετήσιων βραβείων, όπως συνέβαινε με τα μέχρι χθες Κρατικά Βραβεία Ποιότητας; Δηλαδή με τα βραβεία εκείνα που ήλθαν να υποκαταστήσουν τα βραβεία της ΕΑΚ, ελέω της σημερινής ηγεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Μόνο που τα τότε Κρατικά Βραβεία ήταν, στην ουσία τους, χρηματικές ενισχύσεις της ελληνικής παραγωγής. Με αυτό το σκεπτικό είχαν θεσπιστεί το 1984, επί υπουργίας Μελίνας Μερκούρη, και μέσω αυτών δίδονταν χρήματα σε συντελεστές και σε ταινίες, υπό το πρόσχημα της καλλιτεχνικής τους αξίας (που συχνά ήταν δεδομένη και υπαρκτή). Ενώ τα βραβεία της ΕΑΚ είναι ένας «τίτλος τιμής», ουσιαστικά άχρηστος σε μία νοσούσα κινηματογραφία όπως είναι η ελληνική. Όπου οι παρέες κάνουν παιχνίδι και η τράπουλα είναι σημαδεμένη. Τι νόημα έχει, λοιπόν, να σύρεται ένας παραγωγός στη διοργάνωση μιας ιδιωτικής προβολής μόνο και μόνο για να μπορέσει να σπρώξει την ταινία του στα βραβεία μιας χρονιάς; Γιατί να μην λάβει μέρος στα βραβεία της επόμενης, αφού η ταινία του σ’ εκείνη θα ανήκει φύσει και θέσει;

 

Τέλος, ως ημερομηνία γέννησης του κινηματογράφου θεωρούμε την 28η Δεκεμβρίου 1895, επειδή τότε έγινε η πρώτη δημόσια προβολή 10 ταινιών των αδελφών Ογκίστ και Λουί Λιμιέρ σε κοινό που είχε πληρώσει είσοδο, και όχι την 22α Μαρτίου 1895, όταν τα δύο αδέλφια είχαν κάνει την πρώτη ιδιωτική προβολή έργων τους, παρόλο που την προβολή εκείνη είχαν παρακολουθήσει 200 περίπου άτομα.

 

Στην ανακοίνωσή της με ημερομηνία 10 Ιανουαρίου 2011, η ΕΑΚ σημειώνει ότι τα βραβεία της «θεσμοθετήθηκαν με στόχο την αδιάβλητη βράβευση των ελληνικών ταινιών από τους ίδιους τους κινηματογραφιστές. Είναι τα μόνα εθνικά βραβεία που αφορούν την ετήσια παραγωγή και αναγνωρίζονται πια από όλη την κινηματογραφική κοινότητα.» Όλη, όχι δα! Ο χώρος εξακολουθεί να είναι διχασμένος. Και το «μούδιασμα» δεν λέει να φύγει. Και ορισμένοι (μέλη της ΕΑΚ, με δημόσιο βήμα μέσω της στήλης τους και με τεράστια δυνατότητα επιρροής) στοιχηματίζουν από τώρα για το ποια ταινία θα αναδειχθεί καλύτερη! Θα ήταν πολύ μεγάλο κατόρθωμα αν η ΕΑΚ είχε πετύχει τους στόχους της. Αν, δηλαδή, πετύχαινε να αποστομώσει όσους την κατηγορούν για μεροληψία, σκοπιμότητες, προώθηση μιας συγκεκριμένης παρέας, αδιαφάνεια, στήσιμο εν κατακλείδι. Δυστυχώς, με τη στάση της δείχνει να δικαιώνει τους «αντιπάλους» της.

 

Για τον γράφοντα, είναι φανερό ότι όχι μόνο ο κανονισμός της ΕΑΚ πάσχει, μιας και επιδέχεται διττές ερμηνείες (τη δική μου και τη δική τους, για παράδειγμα), αλλά και ότι οι άνθρωποι που τον διαχειρίζονται μοιάζουν ανεπαρκείς να σηκώσουν ένα τέτοιο φορτίο. Δηλαδή αυτό μιας πραγματικής και ουσιαστικής αναγέννησης του θεσμού των κινηματογραφικών βραβείων με αμεροληψία και διαφάνεια. Φαινόμενα σαν αυτό που ήδη πραγματεύθηκα, αλλά και το ανεξήγητο της άρνησης στο αίτημα που διατυπώθηκε από μέλη της για παροχή στους συμμετάσχοντες διαγωνιζόμενους του αριθμού των ψήφων που έλαβαν οι περσινές ταινίες ανά κατηγορία, δείχνουν ότι ο δρόμος για την Κόλαση είναι γεμάτος από καλές  προθέσεις…

 

ΥΓ 1 – Γνωρίζω τη δημοσιοποίηση της ΕΑΚ με ημερομηνία 18 Ιανουαρίου 2011: «Σε σχέση με δημοσιεύματα σε κινηματογραφικούς ιστότοπους, η ΕΑΚ ανακοινώνει ότι όλες ανεξαιρέτως οι ταινίες που έχουν υποβληθεί για υποψηφιότητα στα ετήσια κινηματογραφικά βραβεία 2011, πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις σύμφωνα με το καταστατικό της ΕΑΚ και την ισχύουσα νομοθεσία. Η προβολή τους σε κινηματογραφική αίθουσα σε ευρύ κοινό είναι εκ του νόμου δημόσια εκτέλεση, η οποία ουδόλως συνδέεται με την εμπορική τους εκμετάλλευση.» Απλώς εξακολουθεί να μην με καλύπτει. Το είχα, άλλωστε, πει και προφορικά στον γενικό γραμματέα της (τον Δημήτρη Αθανίτη) πριν το δημοσίευμα και πριν την απάντηση της ΕΑΚ σ’ αυτό. Εδώ, απλώς θα σημειώσω το γνωστό και διαρκώς επίκαιρο «ό,τι είναι νoμότυπο, δεν είναι πάντα και ηθικό»...

 

ΥΓ 2 – Αν μου είναι μία φορά αδιανόητο να κατανοήσω τη στάση του ΔΣ της ΕΑΚ, που με την πρακτική του ανοίγει ένα τεράστιο παράθυρο σε μία διαδικασία που θα έπρεπε να είναι καθαρή και κρυστάλλινη, ακριβώς για να μην επιδέχεται αμφισβητήσεις και παρερμηνείες (όπως ενδεχομένως η δική μου), μου είναι δύο φορές αδιανόητο να κατανοήσω τη στάση αυτών που υπέβαλαν τις συγκεκριμένες ταινίες στη διαδικασία. Η βιασύνη να «μην χαθεί η χρονιά» τί κίνητρα μπορεί να έχει, από τη στιγμή που τα εν λόγω βραβεία δεν είναι χρηματικά; Ακόμη κι αν έχουν δημιουργημένα χρέη, δεν πρόκειται να τους βοηθήσει οικονομικά μία ενδεχόμενη βράβευση. Εκτός κι αν έχουν σίγουρο ένα βραβείο, το οποίο θέλουν να χρησιμοποιήσουν ως διαβατήριο για τη συμμετοχή της ταινίας τους σε κάποιο ξένο φεστιβάλ (ούτε διανοούμαι πως μπορεί να σκέφθηκαν ότι ενδεχόμενη βράβευση θα φέρει περισσότερα εισιτήρια στις ελληνικές αίθουσες!). Σε μία τέτοια περίπτωση, η μετάθεση της τελετής απονομής από την 12η Μαρτίου 2011 στην 3η Μαΐου 2011 μάλλον τους άδειασε…

 

ΥΓ 3 – Για να προλάβω κάποιους κακεντρεχείς, που θα σπεύσουν να με πουν πολέμιο των δύο συγκεκριμένων ταινιών, δηλώνω ότι δεν με ενδιαφέρουν καθόλου. Αν θέλω να επιδοκιμάσω ή να αποδοκιμάσω κάποια ταινία, μπορώ να το κάνω ευθέως. Στόχος μου δεν είναι οι ταινίες (όπως δεν ήταν και σε προηγούμενο άρθρο μου). Στόχος μου (κι εδώ) είναι συγκεκριμένες νοοτροπίες και συμπεριφορές, στάσεις και πρακτικές ωφελιμιστικές, που πληρώσαμε ακριβά, πολύ ακριβά στο παρελθόν. Και που φαίνεται ότι δεν αλλάζουν και θα συνεχίζουν να μας ταλανίζουν για πολλά ακόμη χρόνια…



Πηγή: www.movieworld.gr -  8/02/2011